Δεν ξέρω αν «ανήκει» ακριβώς, στη
λογοτεχνία του φανταστικού, με βεβαιότητα όμως μπορώ να πω ότι είναι ένα από τα
πιο ενδιαφέροντα, συναρπαστικά και αξιόλογα, αφηγήματα, που έχουν εκδοθεί τα
τελευταία χρόνια (και με περίμενε πολύ καιρό στα «αδιάβαστα»…). Διαχρονικό,
αλληγορικό (κοινωνικά και πολιτικά και ηθικά ακόμα θα έλεγα), με «αντιστοιχίσεις»
της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων ετών, σε έναν πιο περιορισμένο
(και ιστορικά φορτισμένο) χώρο, τη λίμνη της Πρέσπας, στην «Κοιλάδα της λάσπης»,
ο «Δράκος» είτε υπαρκτός είτε «δημιούργημα» των καιρών, των συνθηκών και της ανάγκης
καθυπόταξης των πολιτών στην νέα «παγκόσμια τάξη», είναι ο συνδετικός κρίκος
και το καταλυτικό στοιχείο στη ζωή και στις συμπεριφορές όσων επέλεξαν ως
κατοικία τους τις όχθες της λίμνης (είτε της νότιας στη συγκεκριμένη περίπτωση,
όπου εξελίσσεται η ιστορία, είτε της ανατολικής και δυτικής που ζουν οι «αλλόχθιοι»).
Εντυπωσιακή, ευφυέστατη (και ανατρεπτική) πλοκή, με χρονικές εναλλαγές απολύτως
φυσικές (δεν σε προιδεάζει κανένα στοιχείο για την «αναδρομή»), χαρακτήρες, των
οποίων οι κινήσεις, τα συναισθήματα και οι αποφάσεις, αποδίδονται με ρεαλισμό,
και ένα «τέλος» ;; που προετοιμάζει για τη συνέχεια….(αν και μετά από τέσσερα έτη
από την έκδοση της «Κοιλάδας της Λάσπης», για όσους ανυπομονούμε, μάλλον θα πρέπει,
να εκδοθούν μαζί και οι δύο συνέχειες….).
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 1 Ιουλίου 2018
Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016
ΕΛΕΝΗ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ "Μετά φόβου", εκδ. Καστανιώτη 2016
"...Σαν ίσκιος πλανιόταν μέσα στην καθημερινότητα. Αλλά η προσήλωσή της στο χρέος, η ευθύνη της απέναντι στα παιδιά την εμπόδιζε να ανοίξει τις φτερούγες και να πετάξει μακριά. Ισως και να μην το ήθελε. Μέσα στον μικρό της "παράδεισο" είχε όσα της χρειάζονταν. Οσα είχε φροντίσει να αποθηκεύσει από μικρή. Τις λέξεις, τις σκέψεις, τους στοχασμούς. Τους νεκρούς της. Τους όρθρους και τους εσπερινούς της κάθε μέρας. Μεγάλωνε περνώντας από φόβο σε φόβο, πασχίζοντας να προσθέσει καινούριες νίκες. Κομίζοντας κάθε φορά λίγη ακόμα σοφία στη ζωή της".
Από την αρχή έως το τέλος, ο φόβος κάθε είδους και προέλευσης κυριαρχει στις ζωές των ανθρώπων μιας επαρχιακής πόλης, καταλαμβάνει κάθε μέρος της καθημερινότητάς τους, εκπορεύεται από παντού (κοινωνία, ιστορικά γεγονότα, οικογένεια, υποσυνείδητα και ασυνείδητα), συνυπάρχει με αντιλήψεις και πεποιθήσεις παγιωμένες αλλά και νεοπαγείς και εξελικτικά, τόσο υποδόρια όσο και φανερά, φθάνει να αποτελεί μέρος της προσωπικότητας τους και να επιδρά θετικά και αρνητικά, άλλοτε καθοριστικά και άλλοτε καταλυτικά στο χαρακτήρα τους. Τα βιώματα, οι συνθήκες, το ευρύτερο φιλικό, οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, τα γεγονότα που διατρέχουν το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, και αναπόδραστα επηρέασαν γενιές ολόκληρες, οι προβληματισμοί και τα ερεθίσματα προκαλούν αλλεπάλληλα φοβικά συναισθήματα, τα οποία κατά κάποιον τρόπο αμβλύνονται με τη δύναμη της σκέψης, την περισυλλογή και την εσωτερική ανάγκη για ελευθερία. Σε μία μικρή κοινωνία, όπως αναπαριστάται στην ρέουσα αφήγηση, όπου όλα φαίνονται να λειτουργούν "αρμονικά", με την αποδοχή των ταξικών και κοινωνικών διαχωρισμών, την επικράτηση ηθών και εθίμων, σε συνδυασμό με το δίκαιο του "ισχυρού", επανεκτιμώνται και αναθεωρούνται σιγά σιγά όλα, συμπεριφορές, ιδέες, πρακτικές, αξίες, επιθυμίες, όνειρα και ιδανικά, ως άμεση συνέπεια της αδήριτης ανθρώπινης ανάγκης, να απεγκλωβισθεί από φόβους, επιφυλάξεις και ιδεοληψίες και να ορίσει ο ίδιος τη ζωή του.
Οπως η Αρίστη Βορριά, σύμβολο της γενιάς εκείνης που έζησε και μεγάλωσε στο μεταίχμιο δύο παγκόσμιων πολέμων, δεν διστάζει να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει τους φόβους της, σε όλη την εφηβική και ενήλικη ζωή της, ακόμα και στην "παλίρροια που έφερνε νέους, ακόμα πιο ισχυρούς" φόβους, μαθαίνοντας "να κολυμπάει στη μαύρη θάλασσα. Και αν δεν κατάφερνε να απαλλαγεί εντελώς, τουλάχιστον δεν άφησε τον εαυτό της να πνιγεί".
Για την γραφή της κ. Πριοβόλου, δεν χρειάζεται να αναφέρω πολλά. Παρέδωσε σε εμάς τους αναγνώστες της, για άλλη μία φορά, μία μυθιστορία, με αμεσότητα, ρεαλισμό που διαπνέει όλα της τα έργα, ακριβή αναπαράσταση του ιστορικού και κοινωνικοπολιτικού πλαισίου όπου επέλεξε αυτή τη φορά να τοποθετήσει την αφήγησή της, σε συνδυασμό με τα δικά της βιώματα από τον γενέθλιο τόπο της και άριστη χρήση της ελληνικής γλώσσας.
Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΛΥΚΑΡΗΣ "Μαύρα Κουφέτα", εκδ. Καστανιώτη, 2013
Οχι ακριβώς αστυνομικό με την οιαδήποτε έννοια (ευρεία και στενή) του όρου.....πολιτικό νουάρ, θα το έλεγα, αφού, με αφορμή μία αναζήτηση (ατελέσφορη ;; προς το τέλος), με τον ευρηματικό του τίτλο "Μαύρα κουφέτα" ο συγγραφέας (του οποίου τα αληθινά στοιχεία δεν είναι γνωστά), με μυθοπλασία, διανθισμένη από σκηνές τελείως σουρεαλιστικές (της νυκτερινής, άγνωστης, επικίνδυνης. διεφθαρμένης και διαπλεκόμενης Αθήνας του υποκόσμου, όπως έχει αυτή διαμορφωθεί από τις εισαγόμενες "μαφίες" στον χώρο κυρίως της εκμετάλλευσης, σεξουαλικής και οικονομικής, αλλοδαπών γυναικών και με κυρίαρχο το στοιχείο του "ξεκαθαρίσματος" λογαριασμών μεταξύ των εμπλεκομένων), και με χιούμορ σε αρκετά σημεία, ανατρέχει την Ιστορία, πριν από το 1989 και μετά. Το κομβικό χρονικό σημείο, είναι η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, και η αναπόφευκτη ηθική και ολοσχερής αλλοίωση του συνολικού κοινωνικού και (κυρίως) οικονομικού γίγνεσθαι, των μεγαλοπαραγόντων (κομματικών και μη), στελεχών (μικρομεσαίων αλλά και κορυφαίων), οπαδών, μυημένων και μη στις πεποιθήσεις, στις αξίες και στις συνθήκες ζωής, συμπεριφοράς κλπ., της αριστερής (για την ακρίβεια κομμουνιστικής) ιδεολογίας. Δεν παραλείπει να καυτηριάσει, με το δικό του τρόπο, την παρακμή και την πτώση μίας από τις κυρίαρχες πολιτικές ιδεολογίες του 20ου αιώνα (από την προσωπολατρεία του Λένιν έως τις διαφημίσεις του Γκορμπατσώφ), που επέφερε αναπόδραστα τη διάψευση προσδοκιών, ονείρων, οραμάτων ολόκληρων λαών και κοινωνιών, και οδήγησε αρχικά στην μετάλλαξη και εν συνεχεία στο τέλος της "επανάστασης" με αναίμακτο τρόπο μεν, αλλά αποδεδειγμένα (πλέον) καθοδηγούμενο, καθοριζόμενο και ταυτισμένο με τις "αρχές" του καπιταλισμού, που τόσο πολεμήθηκαν και αποτέλεσαν επί δεκαετίες το "αντίπαλο δέος" (με κυρίαρχη την αρχή του κέρδους και της συγκέντρωσης πλούτου, τις περισσότερες φορές μη νόμιμου και εξουσίας). Το ενδιαφέρον είναι, ότι, ο ίδιος ο συγγραφέας, ως δημοσιογράφος, γράφει για πράγματα, καταστάσεις και βιώματα που γνωρίζει άμεσα και άριστα, και ίσως για αυτό, ο λόγος του, όπως έχει μετουσιωθεί σε λογοτεχνία, να είναι τόσο αποκαλυπτικός, ευθύς, κυνικός και χειμαρρώδης.
Η αλήθεια είναι ότι προς το τέλος, με κούρασε λίγο, με την έννοια, της (συνοπτικής) επανάληψης ;;; της διαδικασίας που οδήγησε στην πτώση, και του αισθήματος της απογοήτευσης που προκάλεσε σε όσους πίστεψαν ειλικρινά και ακολούθησαν το "ελπιδοφόρο κοινωνικό σύστημα" (όπως ο ίδιος το αποκαλεί), παρά τις στρεβλώσεις, τα λάθη, την την αλαζονεία και όλα τα επακόλουθα, ενός συστήματος εξουσίας, σε αντίστιξη με όσους προσαρμόσθηκαν γρήγορα και ευέλικτα σε νέες συνθήκες και καταστάσεις, ασπαζόμενοι "ενθουσιωδώς" και γρήγορα, (και με ιδιαίτερα ευέλικτες και επικερδείς μεθόδους) τον δυτικό τρόπο ζωής και τις αντιλήψεις που μέχρι πρότινος απέρριπταν ή υποκριτικά, πολεμούσαν.
Κυριακή 14 Αυγούστου 2016
ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ "Πλανόδιοι θεριστές", εκδ. Καστανιώτη 2013
Οι «Πλανόδιοι
Θεριστές» μπορεί να πρωταγωνιστούν στην αρχή του βιβλίου μόνο, αλλά η συντροφιά
αυτών των νέων, που έχουν επιλέξει να ζήσουν και να εργασθούν διαφορετικά,
κοντά στη φύση, και σε όσα μπορεί να τους προσφέρει, είτε ατομικά είτε
συλλογικά, απομακρυνόμενοι συνειδητά από τις αστικές τους καταβολές, δίνουν
και το «στίγμα». Αποτελούν σημείο αναφοράς για την Ελένη, την
ηρωίδα του βιβλίου, η οποία σιγά σιγά θα αποτινάξει την μοναχικότητά της, θα
αναγκασθεί εκ των πραγμάτων να συμβιώσει με ανθρώπους, που με βεβαιότητα δεν
περίμενε, να μοιρασθεί την καθημερινότητά της μαζί τους, τις σκέψεις της, και
να νιώσει ότι αποτελεί μέρος μιας ιδιότυπης οικογένειας. Οι ήρωες του βιβλίου,
διαφορετικοί μεταξύ τους, θα αποδεχθούν, σιγά σιγά, ο ένας τον άλλον, και θα
βιώσουν και θα συνειδητοποιήσουν, όχι αμέσως, ούτε εύκολα, αλλά στη διάρκεια
της συμβίωσης τους, την ανάγκη της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης.
Αλληγορικό, επίκαιρο, ρεαλιστικό και ποιητικό ταυτόχρονα, μέσα στο κλίμα της
δύσκολης εποχής που διανύουμε, της κρίσης των αξιών, των θεσμών και της
οικονομικής ανέχειας, το βιβλίο, τελειώνει αισιόδοξα, προτάσσοντας τις αξίες
της φιλίας, της συλλογικότητας, της συμπαράστασης, της ανθρωπιάς και της
αθωότητας, απέναντι στην αδιαφορία, την ηττοπάθεια, την παραίτηση και την
μοναξιά. Η ίδια η συγγραφέας σε
συνέντευξη της, ανέφερε ότι : « Ηθελα συνειδητά να γράψω κάτι αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο, για το
πλησίασμα των ετερόκλιτων ανθρώπων, για την αλληλεγγύη των μοναχικών». Και η
αλήθεια είναι ότι η Ευγενία Φακίνου, το κατάφερε, με το δικό της μοναδικό
τρόπο.
ΦΙΛΟΜΗΛΑ ΛΑΠΑΤΑ "Η χήρα του Πειραιά", εκδ. Καστανιώτη 2014
Η ελπίδα και ευχή της συγγραφέως, ότι
μέσα από τις σελίδες του, μπορούσαμε να βρούμε, κάποιες ομοιότητες με δύσκολες
καταστάσεις της ζωής μας και κάποια πρόταση για αυτοβοήθεια, αντλούμενες από την ευνόητη προσδοκία το έργο της, να βρει ανταπόκριση όχι μόνο ως μυθοπλασία, αλλά και ως έργο που αφυπνίζει και με βαθύτερο τρόπο τον αναγνώστη, πραγματοποιήθηκαν, κατά τη δική μου (πάντα) κρίση. Στους δύσκολους
καιρούς που ζούμε, και συγκαταλέγω τον εαυτό μου, μεταξύ εκείνων που βιώνουν
την απώλεια της ευημερίας, σε ελάχιστο βαθμό μεν, αλλά
σίγουρα, τα πράγματα δεν είναι όπως ήταν και όπως τα είχαμε συνηθίσει, μπορώ να πω, ότι "Η χήρα του Πειραιά" κατά τη γνώμη μου, είναι ένα αισιόδοξο, με πολλά
μηνύματα βιβλίο και, ας μου επιτραπεί η φράση "σοφό". Κρατώ στην
μνήμη μου, κάποιες φράσεις από τις τελευταίες σελίδες του, όταν πια η Λάουρα,
έχει βιώσει το πένθος της, και αντικρίζει ξανά τη ζωή. Μέσα από το νοερό γράμμα
της Λάουρας προς τον Φίλιππο : "....Βρήκα τη δύναμη και άντεξα την ερημιά
της απουσίας σου, αλλά ο Νικηφόρος Μάξιμος στάθηκε πιο δυνατός από τον πόνο
μου, γιατί με κοιτάζει, όπως με κοίταζες και εσύ Αντζουλε....Είναι ένα δώρο.
Είναι η ίδια η ζωή που επιστρέφει. Ψάχνοντας να γνωρίσω το θάνατο, πόνο μου,
γιατί με κοιτάζει, όπως με κοίταζες και εσύ Αντζουλε....Είναι ένα δώρο. Είναι η
ίδια η ζωή που επιστρέφει. Ψάχνοντας να γνωρίσω το θάνατο, να μάθω το
"γιατί" της αβάσταχτης απουσίας σου, βρήκα την όρεξη να ζήσω και
κατάλαβα πως η θεραπεία από τις μεγάλες απώλειες έρχεται με το ν' αφήσω χώρο
στη ζωή μου για να συμβούν όλα. Χώρο για πένθος, για δυστυχία, για ανακούφιση,
αλλά και για χαρά, για φιλία και έρωτα. ....".
Το βιβλίο "Η χήρα του Πειραιά" πραγματικά με
συνεπήρε, και με τη γραφή του, και με την εμβάθυνση και ανάλυση της ψυχολογίας
των ηρώων του, και με την εξέλιξή του, η οποία σε εμένα φάνηκε απολύτως φυσική
και πολύ ανθρώπινη. Να πω τέλος, ότι ενθουσιάσθηκα με τις περιγραφές του
αγαπημένου μου Πειραιά, αφού μένω στην περιοχή, και νοερά βρέθηκα να περπατώ
μαζί με τους ήρωες στην πόλη των αρχών του περασμένου αιώνα, η οποία ακόμα και
μετά από τόσα χρόνια και τη φθορά, όπως συμβαίνει με τις πόλεις, είναι ακόμα
κομμάτι της ζωής μας.
Κρατώ την τελευταία φράση του βιβλίου "Και τότε, έτσι απλά, όπως το ξημέρωμα της καινούριας μέρας, όπως η καλοκαιρία μετά την καταιγίδα, συνειδητοποιεί πως αληθινή ευτυχία είναι η αγάπη για τη ζωή", αναλογιζόμενη ότι, η συγγραφέας σε μία πρόταση λιτή, απέριττη και ανεπιτήδευτη, περικλείει το βαθύτερο νόημα ή μήνυμα, όπως και αν το χαρακτηρίσει κανείς, που μπορεί ακόμα και ο πιο απαιτητικός αναγνώστης να αποκομίσει από τη γνωριμία του με τη γραφή της.
Παρασκευή 27 Μαΐου 2016
ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ "Ακρα ταπείνωση", εκδ. Καστανιώτη 2015
".....Ο κόσμος έλεγε το εκκλησάκι
"Χριστός, η Ακρα Ταπείνωση" από την περίφημη εικόνα που βρισκόταν
εκεί μέσα για αιώνες. Κάποιοι τη νόμιζαν θαυματουργή, γιατί η ταπείνωση του
θείου μέσα από τον μαρτυρικό θάνατο ανθρώπου απεικονιζόταν μαζί με τον
υπαινιγμό και την ελπίδα της ανάστασης. Μακάρι να ήταν τόσο απλό ακόμη και για
τις θρησκείες, ξανασκέφτηκες. Από κοντά και η δική σου, η γονατισμένη Αθήνα, σιγοντάριζε επιμένοντας
στο ίδιο συμπέρασμα, λέγοντας και ξαναλέγοντάς σου, ότι όλα περνούν και
φεύγουν, ότι κι αυτή η "επόμενη ημέρα" θα διαβεί. Οτι μια σταγόνα
θάρρος αρκεί για το θαύμα. Λόγια που αργεί να τα πιστέψει κάποιος στη ζωή. Αν
τα πιστέψει κιόλας".
Επιλέγω ένα μικρό απόσπασμα από την "Ακρα ταπείνωση" της Ρέας Γαλανάκη....από τα πιο ρεαλιστικά και αντικειμενικά βιβλία που διάβασα τελευταία. Και παρά την πιστή και (σκληρότατα) ακριβή αποτύπωση των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 12/2/2012 και προγενέστερα, και την περιγραφή με αλληγορικό και συμβολικό τρόπο των έντονων συναισθημάτων και των καταστάσεων, που όλοι μας βιώνουμε λόγω της κρίσης και των αναπόφευκτων συνεπειών της, κατά τη γνώμη μου αποπνέει αισιοδοξία.....
Τα καλύτερα (κατά την κρίση μου) αποσπάσματα του βιβλίου, η απόδοση της Αθήνας της κρίσης ως πόλης - ανθρώπινου οργανισμού (χαρακτηριστική η φράση "Και πόσες καρδιές μπορεί να έχει μία πόλη ;; Αν αυτό μετριέται με το μέτρο της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου, και έτσι πρέπει, τότε μονάχα μία, απάντησες χωρίς να πολυσκεφτείς") και η "διαφορετική" αφήγηση και ερμηνεία του μύθου της αρπαγής της Ευρώπης από το Δία, στον ερειπωμένο και κατεστραμμένο από εμπρησμό κινηματογράφο "Αττικόν".
Ο τίτλος του βιβλίου είναι "δανεισμένος" από τη βυζαντινή εικόνα του 15ου αιώνα, δια χειρός Νικολάου Τζαφούρη, που βρίσκεται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, το εκκλησάκι που αναφέρεται στο απόσπασμα, είναι λογοτεχνικό εύρημα.
Και μπορεί εκτός από κοινωνικό, το βιβλίο να χαρακτηρίζεται και ως πολιτικό, αλλά ίσως είναι το πρώτο (πάντα κατά την ταπεινή μου γνώμη) με σύγχρονη ματιά, που συνδέει εύστοχα τις (συνεχείς) ανατροπές που ζούμε ή καλούμαστε να δεχθούμε ως μέρος της ζωής μας, αφού δεν εξαρτώνται από εμάς, με τις βαθύτατες και αναπόδραστες αλλαγές της νοοτροπίας μας και της ψυχικής μας διάθεσης. Και εμένα αυτό μου αρκεί.
Δευτέρα 16 Μαΐου 2016
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ "Της επανάστασης, της μοναξιάς και της λαγνείας" "Μύηση", "Λαβύρινθος" και "Εξοδος", εκδ. Καστανιώτη
Η
καλύτερη (και, κατά τη γνώμη μου, κορυφαία) μυθιστορηματική τριλογία, μία
«τοιχογραφία» της Ελλάδας κατά τη χρονική περίοδο από την Μικρασιατική
Καταστροφή έως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Δεν είναι απλά η αφήγηση της
ιστορίας του Οδυσσέα Φραντζή και της Αριάδνης Καρέλη, οι οποίοι παρά τις
διαφορές τους (κοινωνικές, ταξικές, οικονομικές) θα συναντηθούν, θα αγωνισθούν
και θα ακολουθήσουν «δια πυρός και
σιδήρου», μέσα στα ταραγμένα χρόνια την κοινή τους πορεία, αλλά θεωρώ, ότι,
είναι πολλά περισσότερα.
Πολυπρόσωπη,
πολυεπίπεδη, ρεαλιστική, σκληρή σε πολλές περιγραφές ιστορικών γεγονότων, αλλά
συνάμα, τρία βιβλία, τόσο άρτια γραμμένα, ζωντανά, ανθρώπινα, λυρικά σε κάποια
σημεία τους, με γραφή ευαίσθητη και διεισδυτική για τους χαρακτήρες των ηρώων
του, που παρασύρονται από την ιστορία αλλά και επηρεάζονται είτε ηθελημένα είτε
αθέλητα από αυτήν, και τις επιλογές τους σε κρίσιμες στιγμές, με εναλλασσόμενες
διηγήσεις, οι οποίες δεν αφαιρούν, αλλά προσθέτουν στην αξία των βιβλίων, και
τη λογοτεχνική και την ιστορική.
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016
Ντόρα Γιαννακοπούλου "Μια ζωή σαν πρόβα", εκδ. Καστανιώτη 2015
"Η "Πρόβα Νυφικού" είναι μία νωπογραφία των πεπτωκότων αγγέλων της εποχής των δακρύων, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της Κατοχής μέχρι την απελευθέρωση. Ενα αφόρετο νυφικό ίπταται - αδεία Σαγκάλ- πάνω από τα όνειρα, τις υποσχέσεις, τις προδοσίες, τις μεγάλες προσδοκίες και τις μικρές ζωές των δικών μας αγίων, των παππούδων ή και των πατεράδων μας....άνδρες, γυναίκες, παιδιά, σπιτάκια, δρόμοι, πατριώτες, Γερμανοί, θάνατοι και γέννες, έρωτες, φιλιά, ηδονές και οδύνες, άνθρωποι χρωματισμένοι με τη σαφήνεια που πρέπει. Καταδικασμένοι να ζήσουν και ελεύθεροι να πεθάνουν..."
Το απόσπασμα είναι από το κείμενο του Σωτήρη Χατζάκη στο πρόγραμμα της θεατρικής παράστασης - μεταφοράς του μυθιστορήματος της Ντόρας Γιαννακοπούλου, και παρατίθεται στις τελευταίες σελίδες της αυτοβιογραφίας της "Μια ζωή σαν πρόβα" (εκδ. Καστανιώτη 2015).
Λιτή αυτοβιογραφία της Ντόρας Γιαννακοπούλου, μίας από τις κορυφαίες ερμηνεύτριες του μουσικού έργου του Μ. Θεοδωράκη, ξεκινώντας από την παιδική της ηλικία στην Μυτιλήνη τα δύσκολα προπολεμικά χρόνια αλλά και την εποχή της Κατοχής, την εφηβική ηλικία γεμάτη όνειρα και προσδοκίες μέχρι το ξεκίνημα και την ανοδική καλλιτεχνική πορεία στην Ελλάδα του 1960, την διαμονή στο εξωτερικό και τη συνέχιση της συμμετοχής της στην πνευματική ζωή της χώρας, με άλλη ιδιότητα, τη συγγραφική, εξίσου επιτυχημένη. Αφηγούμενη τη ζωή της σε τρίτο πρόσωπο, μας μεταφέρει εικόνες από την Αθήνα της δεκαετίας του 1960, με τα έντονα πολιτικά γεγονότα τα οποία όμως ουδέποτε ανέκοψαν την καλλιτεχνική και πνευματική έξαρση εκείνης της εποχής, που μας άφησε παρακαταθήκη διαχρονικά, αλησμόνητα και κορυφαία έργα. Η αυτοβιογραφία της ξεκινά με μία φράση, ακριβώς παρόμοια με την αρχή της "Πρόβας του νυφικού", (για την πορεία του οποίου ούτε η ίδια η συγγραφέας ήταν βέβαιη παρά την αναγνωρισιμότητα και τη δημοφιλία της), που, για εμένα αποτελεί το καλύτερο της έργο (συγγραφικά), του οποίου τη δημιουργία αποδίδει στην μητέρα της, την οποία τιμά με τον καλύτερο τρόπο με αγάπη και σεβασμό αναφέροντας ότι "Η μητέρα μου είναι μέσα στην "Πρόβα του Νυφικού" από την αρχή μέχρι το τέλος. Υπάρχει μέσα σε όλα τα πρόσωπα. Εχουν την δική της ιδιορρυθμία, δύναμη κι αποφασιστικότητα...Τώρα ξέρω πως αν η κυρά Λένη δεν υπήρχε, μπορεί να μην υπήρχε ούτε η Πρόβα του Νυφικού". Αυτές οι φράσεις ίσως δικαιολογούν και τη γραφή σε τρίτο πρόσωπο, αναδεικνύοντας το ήθος και την ταπεινότητα που διακρίνουν μία πραγματικά εμπνευσμένη και τυχερή (αφού συνυπήρξε με ότι σπουδαιότερο και αληθινά σημαντικό, έχει αναδείξει ο τόπος πνευματικά και καλλιτεχνικά πριν πενήντα χρόνια και πλέον) δημιουργό.....
Λιτή αυτοβιογραφία της Ντόρας Γιαννακοπούλου, μίας από τις κορυφαίες ερμηνεύτριες του μουσικού έργου του Μ. Θεοδωράκη, ξεκινώντας από την παιδική της ηλικία στην Μυτιλήνη τα δύσκολα προπολεμικά χρόνια αλλά και την εποχή της Κατοχής, την εφηβική ηλικία γεμάτη όνειρα και προσδοκίες μέχρι το ξεκίνημα και την ανοδική καλλιτεχνική πορεία στην Ελλάδα του 1960, την διαμονή στο εξωτερικό και τη συνέχιση της συμμετοχής της στην πνευματική ζωή της χώρας, με άλλη ιδιότητα, τη συγγραφική, εξίσου επιτυχημένη. Αφηγούμενη τη ζωή της σε τρίτο πρόσωπο, μας μεταφέρει εικόνες από την Αθήνα της δεκαετίας του 1960, με τα έντονα πολιτικά γεγονότα τα οποία όμως ουδέποτε ανέκοψαν την καλλιτεχνική και πνευματική έξαρση εκείνης της εποχής, που μας άφησε παρακαταθήκη διαχρονικά, αλησμόνητα και κορυφαία έργα. Η αυτοβιογραφία της ξεκινά με μία φράση, ακριβώς παρόμοια με την αρχή της "Πρόβας του νυφικού", (για την πορεία του οποίου ούτε η ίδια η συγγραφέας ήταν βέβαιη παρά την αναγνωρισιμότητα και τη δημοφιλία της), που, για εμένα αποτελεί το καλύτερο της έργο (συγγραφικά), του οποίου τη δημιουργία αποδίδει στην μητέρα της, την οποία τιμά με τον καλύτερο τρόπο με αγάπη και σεβασμό αναφέροντας ότι "Η μητέρα μου είναι μέσα στην "Πρόβα του Νυφικού" από την αρχή μέχρι το τέλος. Υπάρχει μέσα σε όλα τα πρόσωπα. Εχουν την δική της ιδιορρυθμία, δύναμη κι αποφασιστικότητα...Τώρα ξέρω πως αν η κυρά Λένη δεν υπήρχε, μπορεί να μην υπήρχε ούτε η Πρόβα του Νυφικού". Αυτές οι φράσεις ίσως δικαιολογούν και τη γραφή σε τρίτο πρόσωπο, αναδεικνύοντας το ήθος και την ταπεινότητα που διακρίνουν μία πραγματικά εμπνευσμένη και τυχερή (αφού συνυπήρξε με ότι σπουδαιότερο και αληθινά σημαντικό, έχει αναδείξει ο τόπος πνευματικά και καλλιτεχνικά πριν πενήντα χρόνια και πλέον) δημιουργό.....
Γιάννης Ξανθούλης "Η Δευτέρα των αθώων", εκδ. Καστανιώτη
"....Βρέχει. Καταλαβαίνω ότι βρέχει, κι ας είναι κατεβασμένα τα ρολά και οι κουρτίνες κλειστές. Νιώθω την πορσελάνη στο χέρι μου κρύα. Δεν υπάρχει σταγόνα από τσάι. .....Ακούω τη βροχή και το βουητό της θάλασσας. Μακρινή βοή που δεν γίνεται παρά να είναι θάλασσα. Μαίνεται καταιγίδα....Αφουγκράζομαι τον άγριο παφλασμό των κυμάτων, τον αέρα που σφυρίζει δαιμονισμένα, θόρυβο μηχανών που αγκομαχούν και παλεύουν ενάντια στη θεομηνία, μα πάνω απ' όλα, επικρατεί το αλάτι ξεκομμένο από το νερό, στεγνωμένο και σβολιασμένο, παρασυρμένο από τον άνεμο, να χτυπά πάνω σε λαμαρίνες, σίδερα και ξύλα...."
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








