Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Κώστας Ακρίβος «Γάλα Μαγνησίας», εκδ. Μεταίχμιο 2018


Κώστας Ακρίβος «Γάλα Μαγνησίας», εκδ. Μεταίχμιο 2018

Ένα μυθιστόρημα διαφορετικό από τα άλλα……εμφατικό ως προς την διαχρονική διαχείριση της μνήμης και της λήθης, της ενδοσκόπησης και της αποδοχής…..Με αφετηρία, την ζωή τεσσάρων εφήβων, τροφίμων εκκλησιαστικού οικοτροφείου, ελάχιστα πριν και μετά την μεταπολίτευση, ο Κ. Ακρίβος, με γραφή άμεση, ρεαλιστική, κινούμενη μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, και τοποθετημένη στον Βόλο εκείνης της περιόδου και στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, αναπαριστά με ενάργεια, διεισδυτικότητα, ευαισθησία και σαφή γνώση των συντηρητικών συνθηκών που κυριαρχούσαν σε μία περιφερειακή πόλη, το χωροχρονικό περίγραμμα, εντός του οποίου εκτυλίσσεται η πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή.
Μας παραδίδει ένα έργο, με πρωτότυπη σύλληψη, γραμμένο με δεξιοτεχνία, και εστιασμένο αρχικά στη φιλία και στην αλληλεγγύη των νεαρών ηρώων του, στις προσωπικότητες και στους χαρακτήρες εκάστου εξ αυτών, στις σκέψεις τους, τα όνειρά τους, τις φιλοδοξίες τους, στην (δύσκολη και βεβαρυμένη από καθημερινούς μικρούς και μεγάλους εκφοβισμούς, πολύ καιρό πριν ο όρος του “bullying” καταστεί συχνό φαινόμενο) συνύπαρξή τους με συνομήλικους τους,  έως του κατακερματισμού αυτών από ένα τραγικό περιστατικό. Η απώλεια ενός εφήβου συμμαθητή τους, λίγο πριν από την αποφοίτηση τους, υπό συνθήκες, κατά κάποιον τρόπο, αδιευκρίνιστες  και οι συνέπειές του στη ζωή των τριών εξ αυτών, θα προκαλέσει ένα ρήγμα, αγεφύρωτο και θα τους στιγματίσει και στην ενήλικη ζωή τους, είτε άμεσα είτε έμμεσα.
Η απώλεια θα τους διασπάσει, έως τη στιγμή που μία τυχαία συνάντηση των δύο εξ αυτών, θα τους φέρει έστω και ελάχιστα πιο κοντά, θα ανασύρει μνήμες από το παρελθόν, ενοχές, επιφυλάξεις, αμφιβολίες, και θα προκαλέσει την αναζήτηση της αλήθειας, όσο σκληρή, ή επώδυνη και αν είναι. Το αποτύπωμα της πεπερασμένης αλήθειας, διαχρονικώς, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, ποτέ ίσως δεν είναι ακριβές ή αντίστοιχο της πραγματικότητας και των βιωματικών εμπειριών του παρελθόντος, και αυτό που απεκόμισα από το «Γάλα Μαγνησίας» είναι πόση ψυχική δύναμη απαιτείται πολλές φορές για να αντιμετωπίσουμε όσα συμβαίνουν και καθορίζουν την ενήλικη ζωή μας, υποβοηθούμενοι από τη δική μας ενσυναίσθηση αλλά και από τις αναμνήσεις των ανθρώπων που υπήρξαν συνοδοιπόροι μας.


      

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

ΑΛΚΗ ΖΕΗ "Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο", εκδ. Μεταίχμιο

  "....Ίσως γιατί βλέπω ότι η ζωή μου προχωρά πολύ γρήγορα τώρα πια, και ήθελα να προλάβω να τα πω πράγματα για μια άλλη εποχή και για ανθρώπους σημαντικούς που είχα γνωρίσει και σήμερα τους ξέρουν ως καταξιωμένους ποιητές, καλλιτέχνες αλλά δεν ξέρουν την ανθρώπινη όψη τους. Αποφάσισα μάλιστα να τα γράψω χωρίς να έχω κρατήσει ούτε μία σημείωση. Ότι έγραψα είναι όσα κράτησε η μνήμη μου...."  

Ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, γραμμένο με τον τρόπο της Αλκης Ζέη, με αμεσότητα,  χιούμορ, νοσταλγία και συγκίνηση, σαν παραμύθι, που αφορά το χρονικό διάστημα από τα παιδικά της χρόνια έως και το γάμο της. Γνώρισα την ορμητική έφηβη Αλκη Ζέη, τις ανησυχίες της,  τα ενδιαφέροντά της, τα ερεθίσματά της, και πως άρχισε η ίδια να γράφει και να δημιουργεί, «με το μολύβι φάμπερ νούμερο δύο». Στις σελίδες του, εκτός από την ίδια την Αλκη Ζέη, την οικογένειά της, το σύζυγό της Γιώργο Σεβαστίκογλου, «περνούν» είτε λιγότερο είτε περισσότερο, ο Γκάτσος, ο Ελύτης, η θεία της Διδώ Σωτηρίου, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Μάνος Χατζιδάκις, η αδελφική της φίλη Ζωρζ Σαρρή, ο Κάρολος Κουν και τόσες άλλες σημαντικές προσωπικότητες, που, ειλικρινά, λυπήθηκα που η ίδια επέλεξε να σταματήσει σε ένα σημαντικό σημείο για την προσωπική της ζωή. Είναι εντυπωσιακό, ότι το έγραψε χωρίς ούτε μία σημείωση, όπως η ίδια αναφέρει, όμως είναι φανερό ότι είναι γραμμένο, από ψυχής και από καρδιάς, με ειλικρίνεια και χωρίς καμία ωραιοποίηση ή εξιδανίκευση, για μία εποχή, όπου, παρά τις δυσκολίες της, δεν σταμάτησε να «παράγει» πολιτισμό, (ακόμα και μέσα στην Κατοχή), σε όλους τους τομείς (θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία).  Εκτός από την αξία του βιβλίου, ως αυτοβιογραφικού και λογοτεχνικού κειμένου, οι περιγραφές και οι εικόνες της Αθήνας του μεσοπολέμου, της Κατοχής, συνδυασμένες με τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής, και την αφήγηση της ζωής της συγγραφέως, μέσα από τα δικά της μάτια και τις δικές της (ολοζώντανες, ακόμα και σήμερα) αναμνήσεις, προσφέρουν πραγματικά, αναγνωστική ικανοποίηση, και ένα μοναδικό «ταξίδι» στο παρελθόν.  

ΚΕΙΤ ΑΤΚΙΝΣΟΝ "Ζωή μετά τη ζωή", εκδ. Μεταίχμιο 2013

Πρωτότυπο, ευφυές, δεν σε αφήνει να το αφήσεις, και ικανοποιεί και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη, αφού, σου προσφέρει πολλές και διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, και προκαλεί προβληματισμούς για την πορεία της ζωής του ανθρώπου. Εξαρτάται από τις επιλογές μας, από τυχαίους παράγοντες, από το περιβάλλον, πως θα ήταν η ζωή μας, αν μπορούσαμε να την ξαναζήσουμε ;; 

Σάββατο 13 Αυγούστου 2016

ΜΑΙΡΗ ΚΟΝΤΖΟΓΛΟΥ "Τα παλιά ασήμια", "Μια προσευχή για τα παλιά ασήμια", "Πέρα από τα παλιά ασήμια", εκδόσεις Μεταίχμιο

Πίστευα ότι μετά την τριλογία των «Μεσημβρινών της ζωής», δύσκολα θα μπορούσε άλλο αΠίστευα ότι μετά την τριλογία των «Μεσημβρινών της ζωής», δύσκολα θα μπορούσε άλλο αφήγημα, και δη τριλογία επίσης, (η συμπλήρωση της οποίας αναμένεται σύντομα), να ξεπεράσει τη συγγραφική δεινότητα της ίδιας της δημιουργού, και μάλιστα σε τέτοια έκταση και βάθος, πολύ περισσότερο, που η επιλογή του θέματος, ο τόπος και ο χρόνος εξέλιξης της πλοκής, φέρουν ειδικό ιστορικό και συναισθηματικό βάρος (και προσωπικά για εμένα ακόμα μεγαλύτερο, γιατί έλκω εκ μητρός καταγωγή από την περιοχή της Νίγδης). Η θεματολογία του (για τις χαμένες πατρίδες που σε κάποιο σημείο του δεύτερου μέρους, πολύ σωστά, αναφέρεται χαρακτηριστικά, είναι μόνο οι «λησμονημένες» πατρίδες), ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί σύνηθης, όμως δεν είναι, και τούτο διότι, αναφέρεται όχι απλώς στην τραγική ιστορία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και στις συνέπειες της Καταστροφής, με μυθοπλαστικό τρόπο, αλλά η συγγραφέας, εξιστορεί με ακρίβεια, ρεαλισμό και πιστότητα στις πηγές και στην έρευνα που προηγήθηκε, την κοινωνική, πολιτική και οικονομική κατάσταση και πορεία των Ελλήνων της Καππαδοκίας, «στα έσχατα της Ανατολίας», τιμώντας με μοναδικό τρόπο όσους ευτύχησαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν, είτε ατομικά είτε κοινωνικά, σε εκείνα τα μέρη, και να βιώσουν τελικά με σκληρό τρόπο και απάνθρωπες συνθήκες τον εξοβελισμό τους, ως «παράπλευρες απώλειες» των αποφάσεων που ελήφθησαν ερήμην τους. Τα εκφραστικά μέσα της αφήγησης, είναι εξίσου άρτια, είτε με τη χρησιμοποίηση τοπικών διαλέκτων ή γλωσσικών ιδιωμάτων εκείνης της περιόδου, όπου αυτό ήταν απαραίτητο, είτε με τις άψογες περιγραφές των κωμοπόλεων και των περιοχών, στις οποίες εξελίσσεται η πλοκή, είτε με την παράθεση ιστορικών στοιχείων που κορυφώνουν την ένταση και το ενδιαφέρον, σε συνδυασμό πάντα με την τεχνική της αναδρομής, και τις εναλλαγές παρελθόντος και παρόντος, που προσδίδουν χρονικό βάθος σε όλο το κείμενο, αφού φωτίζονται γεγονότα και καταστάσεις που η αιτία τους ανάγεται στο παρελθόν και όχι στο «τώρα» του αφηγηματικού μύθου, δημιουργούν ένα άψογο (κατά τη γνώμη μου πάντα) αποτέλεσμα. Το τρίτο και τελευταίο μέρος, επακολούθησε εξίσου επιτυχημένα, αποκαλύπτοντας την αρχή της ιστορίας, και το νοερό ταξίδι στις «υπόγειες πολιτείες, στις απόκρυφες εκκλησιές, και στο μοναστήρι με τη Χαμογελαστή Παναγιά» ολοκληρώθηκε προκαλώντας αισθήματα συγκίνησης, δέους, νοσταλγίας για όσα χάθηκαν αλλά παραμένουν αναλλοίωτα, έστω και σε υποσυνείδητη μορφή μέσα μας......
Προσωπικά, ευχαριστώ τη συγγραφέα, για τις μνήμες που ανακίνησε και τη συγκίνηση που (πολλές φορές) μου προκάλεσε, καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, με το «ταξίδι» της στον τόπο των προγόνων μου. Και δύο χρακτηριστικά αποσπάσματα, τα οποία, αποδίδουν, κατά έναν τρόπο (και κατά την ταπεινή μου γνώμη) το νόημα ή και τα μηνύματα της ιστορίας : «Πατρίδα μου, ποιος ξέρει αν θα σε ξαναδώ, σπάραζε η καρδιά μου, φίλησα και τα χώματα όξω από το σπίτι μας, πήρα μια τζούρα χώμα μαζί μου και ορκίστηκα εκεί που θα πήγαινα να μην ξεχνούσα ποτές, το χωριό μου και τις ομορφιές του, να μην ξεχνούσα τους προγόνους και την ιστορία μας….» «Αν δεν τιμήσεις το παρελθόν, ποτέ δεν θα αξιωθείς το μέλλον, ούτε το παρόν θα χαρείς. Το χθες είναι το χτήμα και τα θεμέλιά μας. Χωρίς αυτό δεν χτίζεται το σπίτι της ζωής μας. Κανένα σήμερα, κανένα αύριο δεν μας ανήκει αδελφή μου….».

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

ΜΑΙΡΗ ΜΑΓΟΥΛΑ "Κύματα του Βοσπόρου", εκδ. Μεταίχμιο, 2015

Με γνώση, νοσταλγία, τρυφερότητα και συγκίνηση, η Μαίρη Μαγουλά μας καθιστά συνοδοιπόρους της σε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, όπως την έζησαν είτε ατομικά είτε συλλογικά, οι Ελληνες κάτοικοί της, χωρίς να χάσουν την εθνική ταυτότητά τους, ακόμα και όταν στο δεύτερο σχεδόν μισό του εικοστού αιώνα, τα γεγονότα και οι συνθήκες, άλλαξαν, ερήμην τους και παρά τη θέλησή τους, το ασφαλές περιβάλλον εντός του οποίου διαβίωναν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, και τους ανάγκασαν να αποχωρήσουν ακουσίως από τις εστίες τους. Ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, το οποίο περιγράφει άψογα, μέσα από τις ιστορίες των χαρακτήρων του, χωρίς κανένα στοιχείο υπερβολής, αντίθετα δε, με πειστικότητα (η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι απόρροια τόσο της ενδελεχούς έρευνας που έγινε εκ μέρους της συγγραφέως όσο και των διηγήσεων από ανθρώπους που είχαν άμεση αντίληψη της ζωής στην Κωνσταντινούπολη και στα περίχωρά της τη χρονική περίοδο, εντός της οποίας εκτυλίσσεται η πλοκή και της αναντίρρητης ικανότητάς της να τα αποδώσει με σεβασμό στην παρελθούσα ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα), ρεαλισμό, γλαφυρότητα στις περιγραφές του τόπου (αφανής αλλά και κυρίαρχος «πρωταγωνιστής» ο Βόσπορος και τα προάστιά του, και ειλικρινά, είχα την αίσθηση ότι περιδιάβαινα στο Μπεμπέκι, στο Μέγα Ρεύμα και στα Πριγκιπόνησα, χάρη στις ζωντανές και αναγκαίες, έως εκεί που έπρεπε, περιγραφές) τον τρόπο ζωής των Ελλήνων της Πόλης, κατά τη χρονική περίοδο 1926-1964, από τις καθημερινές τους συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμά τους, τις συνθήκες διαβίωσης τόσο των εύπορων τάξεων όσο και των λιγότερο ευνοημένων οικονομικά, έως και την αναπόφευκτη επίδραση που άσκησαν καταλυτικά στις ζωές τους, αποφάσεις, που «λαμβάνονταν» και «εκτελούνταν» , εν αγνοία τους και εις βάρος τους, χωρίς ποτέ έως και την ύστατη ώρα να κλονίζονται ούτε για μια στιγμή η αγάπη προς το γενέθλιο τόπο τους, η πίστη τους και η εθνική τους συνείδηση. Παρά την επώδυνη πορεία, που αναγκάσθηκε να ακολουθήσει ο Ελληνισμός της Πόλης, χάριν γεωπολιτικών συμφερόντων και μόνο, στο τέλος της αφήγησης, εκτός της συγκινησιακής φόρτισης που προκαλεί αναπόδραστα η εξέλιξη της πλοκής, σύμφωνα με την ιστορική πραγματικότητα, κυριαρχούν η ελπίδα και η αισιοδοξία για το ξεκίνημα της ζωής όσων επέλεξαν την μετεγκατάσταση στην Ελλάδα, παρά τις δυσκολίες προσαρμογής και αποδοχής, τις επιφυλάξεις και τον ακατανίκητο νόστο. 

Και για αυτό επιλέγω ένα απόσπασμα από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, που, αποτίει, κατά τη γνώμη μου, «φόρο τιμής» σε όσους έζησαν και δημιούργησαν δίπλα στα «κύματα του Βοσπόρου», δεν θα ξεχάσουν ίσως ποτέ (οι παλαιότερες γενιές τουλάχιστον), αφού η δύναμη της μνήμης είναι ακατάλυτη, αλλά κατάφεραν να «μετατρέψουν» τη γλυκόπικρη νοσταλγία, σε ένα εξίσου ισχυρό συναίσθημα, την αισιοδοξία, που αποτέλεσε τον οδηγό τους στη νέα τους ζωή. 


"Μα πάλι, λες και πείσμωνε η σκέψη, γύριζε πίσω. Οι αύρες του Βοσπόρου, που χάιδευαν τα παιδικά ολόμαυρα τσουλούφια του, τα γλυκά δειλινά που σεργιάνιζε με τη Νεφέλη στην παραλία, τα βαπόρια, τα ολόγιομα φεγγάρια εκείνες τις μαγικές βραδιές...Σαν κύμα του Βοσπόρου ήρθε να ξεψυχήσει ήρεμα στην άκρη του μυαλού του η νοσταλγία. Οχι, δεν έχουν θέση στη ζωή του τώρα παλιές θύμησες. Εδώ την πατρίδα τις εικόνες της παλιάς ζωής του θα διαδεχθούν καινούργιες. Εικόνες μιας άλλης ζωής, που γνώριζε πια με την εμπειρία της ωριμότητάς του πως θα είναι μια ζωή με χαρές αλλά και λύπες, σίγουρα όμως με αισιοδοξία και όνειρα, πως θα βγει νικητής σ΄ αυτό το νέο ελπιδοφόρο ξεκίνημα". 

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΡΑΥΛΟΥ "Η Μήδεια δεν χόρεψε ποτέ", εκδ. Μεταίχμιο 2015

“…..Εμοιαζε περισσότερο με κυνήγι θησαυρού, με το σαφάρι μιας αλήθειας, την οποία μπορούσαν να συλλάβουν μόνο όσοι διέθεταν ευρεία αντίληψη για τα ανθρώπινα λάθη ή όσοι έχουν βιώσει σε πρώτο πρόσωπο μια αδικία μη αποδείξιμη από τις συμβατικές μεθόδους των αρχών και της δικαιοσύνης…». 





Το τελευταίο βιβλίο της Πασχαλίας Τραυλού,  κατά τη γνώμη μου, ανταποκρίνεται επάξια στο απόσπασμα, που παρουσιάζει, στην αρχή του βιβλίου, τις σκέψεις των τεσσάρων διαφορετικών ανθρώπων, που θα κινηθούν γύρω από την Αιμιλία Στρατάκη, με σκοπό αρχικά την αναζήτηση της αλήθειας, στο μέτρο του δυνατού και την ανίχνευση των βαθύτερων αιτίων της συμπεριφοράς της, για να καταλήξουν στο τέλος, ο κάθε ένας από αυτούς σε ένα προσωπικό ταξίδι αυτογνωσίας και αποδοχής του εαυτού του. Το θέμα του βιβλίου δύσκολο, στενόχωρο, αλλά βαθύτατα ανθρώπινο, προκαλεί προβληματισμούς, που υπερβαίνουν, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα μηνύματα που πολλές φορές είτε γεννώνται είτε μεταδίδονται από την ανάγνωση μίας μυθιστορίας. 
Η ιστορία της Αιμιλίας Στρατάκη, και κάθε γυναίκας που βρέθηκε στην ίδια θέση, είναι βέβαιο ότι στην ανθρώπινη κλίμακα αξιών της κοινωνίας μας, προκαλεί, το λιγότερο κοινωνική κατακραυγή, αποδοκιμασία, απέχθεια, «ηθική» καταδίκη, που αυτονόητα και εύλογα, συνδέονται άμεσα με αναμφισβήτητα ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά, ωστόσο, η Π. Τραυλού, με μοναδικό τρόπο, χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις ή υπερβολές στις περιγραφές του συναισθηματικού κόσμου όσων, αναγκαστικά, είτε εκ της θέσεως τους είτε από επιλογή, συνέδεσαν την προσωπική τους διαδρομή με τη βασική ηρωίδα, μεταθέτει, κατά τη γνώμη μου, την απαξία της συγκεκριμένης ανθρώπινης συμπεριφοράς, σε ένα άλλο επίπεδο, ίσως πιο προσωπικό, πιο επώδυνο, αλλά, και πιο αληθινό, αναζητώντας τις αιτίες και τα κίνητρα που τις περισσότερες φορές (δυστυχώς) παραμένουν σκοτεινά και ανεξιχνίαστα. 
Εκτός από τα τέσσερα βασικά πρόσωπα, που με αποφασιστικότητα και διάθεση κατανόησης, θα συνδεθούν με την Αιμιλία Στρατάκη, στην πορεία του βιβλίου, και θα αναδυθούν μέσα από τις αφηγήσεις τους, ποικίλα συναισθήματα, θετικά και αρνητικά, και τον τρόπο που κάθε ένας βιώνει την απόρριψη, την προδοσία και την απώλεια, δέχεται ή απορρίπτει ενοχές και ευθύνες που του αναλογούν, με έξοχο τρόπο,  εισέρχονται νέοι και ολωσδιόλου, διαφορετικοί, μεταξύ τους, χαρακτήρες, τους οποίους η συγγραφέας σκιαγραφεί με τον τρόπο που ακριβώς περιγράφει στον πρόλογο, δηλαδή προβαίνει στην ιδιοσυγκρασία της ελληνίδας μάνας. Κάθε μία μητρική παρουσία, διαφορετική με την άλλη, και από θέμα προσωπικότητας αλλά και συμπεριφοράς, διαδραματίζει έντονο και καθοριστικό ρόλο στη ζωή του παιδιού της, από την παιδική και την εφηβική ηλικία έως και την ενηλικίωση, μέσα δε, από την εξέλιξη της πλοκής, αναδεικνύεται τελικά, η αφανής ή εμφανής ευθύνη, στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, ανάλογα με το έλλειμμα ή το περίσσευμα της αγάπης που κάθε παιδί δέχεται. Νομίζω ότι κάθε αναγνώστης θα δώσει τη δική του προσωπική ερμηνεία, για τους προβληματισμούς που ανακύπτουν αναφορικά με τη σχέση μητέρας – παιδιού, ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος, ωστόσο, παρά τις ανατροπές και τις σταδιακές αποκαλύψεις, το τέλος, είναι διαφορετικό για κάθε έναν από τους ήρωες, συμβαδίζοντας με την προσωπική του ατομική ηθική, την ιεράρχηση των αξιών του και την ανάγκη να λάβει και να δώσει συγχώρεση.   
Δεν θα αναφερθώ στη λογοτεχνική αξία του βιβλίου, τη θεωρώ αναντίρρητα δεδομένη, πιστεύω ότι θα αποτελεί για πολύ καιρό, θέμα ουσιαστικής συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων, θα εγείρει προβληματισμούς, ακόμα ίσως και να ξενίσει για τη συγγραφική οπτική της Π. Τραυλού, έναντι της ηρωίδας της (αφού ως κοινωνία δύσκολα αποδεχόμαστε ότι οι ευθύνες για ορισμένες ακατανόητες και απεχθείς, συμπεριφορές είναι, αν όχι συλλογικές, πάντως δεν οφείλονται αποκλειστικά και μόνο σε ψυχολογικές διαταραχές, ενώ εν γένει η δικαιοσύνη, δεν διαθέτει ούτε, πλήρως επαρκείς και αξιόπιστους μηχανισμούς αλλά ούτε και χρόνο να διαγνώσει την αλήθεια, και να την προσμετρήσει στην τελική της κρίση). Κλείνοντας το βιβλίο, νομίζω ότι θα το «κρατώ» για αρκετό καιρό στην μνήμη μου, ιδιαίτερα δε, την παράγραφο που αναφέρεται στο «πληγωμένο συναίσθημα» και τη δύναμη που ασκεί στην εξαγρίωση των ανθρώπων και μεταδίδει με λιτό τρόπο ένα από τα πολλά μηνύματα του βιβλίου.